Κυριακή Δ´ Λουκᾶ (ἁγ. Πατέρων Ζ´ Οἰκ. Συνόδου) - Ἡ ἐκκλησιαστική διδαχή

O Sporeas

Κυριακή Δ´ Λουκᾶ (ἁγ. Πατέρων Ζ´ Οἰκ. Συνόδου)

(16 Ὀκτωβρίου 2022)

Ἡ ἐκκλησιαστική διδαχή

«ὁ σπόρος ἐστίν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. η', 11)

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Ἡ ἑρμηνευτική διδασκαλία τῆς παραβολῆς τοῦ Σπορέως καί ἡ διασάφηση ὅτι ὁ σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἕνα ἀπό τά μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πού ἀξιώθηκαν καί ἀξιώνονται νά γνωρίσουν οἱ μαθητές τῆς οὐράνιας αὐτῆς Βασι­λείας. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀξία τοῦ κηρύγματος μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀποκάλυψη καί ἑρμη­νεία τῶν μυστηρίων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, σέ αὐτούς πού τήν ἀναζητοῦν. Εἶναι μιά πραγματική ἱερουργία, μιά μετα­μορφωτική δύναμη. Αὐτή ἡ βασική διδα­σκα­λία θά ἑρμηνευθῆ στά ἑπόμενα.

Σέ κάθε εὐχαριστιακή καί λατρευτική σύναξη γίνεται ἀνάγνωση τῶν εὐαγγελικῶν καί ἀποστολικῶν περικοπῶν, πού ἐπελέγησαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἔπειτα ἀκολουθεῖ ἡ ἑρμηνεία τους.

Ἔτσι, ὁ λόγος τοῦ Λόγου ἔχει ζωή, δύναμη μεταμορφωτική. Ὅταν αὐτός ὁ λόγος ἀναλύεται στήν θεία Λειτουργία ἀπό τούς ἁγίους, πού ἑνώθηκαν μέ τόν Λόγο Χριστό, συντελεῖ στήν πνευματική καρποφορία τῶν Χριστιανῶν, ἄν καί αὐτοί διαθέτουν τίς κατάλληλες προϋποθέσεις. Τό κήρυγμα εἶναι ἀναπό­σπαστο τμῆμα τῆς θείας Λειτουρ­γίας καί τῆς Λατρείας καί μέσα στήν ἀτμόσφαιρά τους πρέπει νά γίνεται.

Λέγεται αὐτό γιατί, δυστυχῶς, πολλοί Χριστιανοί θεωροῦν τό κήρυγμα ὡς ἕνα ξένο στοιχεῖο μέσα στήν θεία Λειτουργία. Καί ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ κηρύγματος δυσανασχετοῦν κατά ποικίλους τρόπους. Βέβαια, ἔχει μεγάλη σημασία τό τί λέγεται καί ἀπό ποιόν λέγεται στό κήρυγμα. Αὐτό θά τό δοῦμε πιό κάτω.

Ἐδῶ πρέπει νά τονισθῆ ἡ ἀλήθεια ὅτι συνήθως δέν θέλουν νά ἀκοῦνε κήρυγμα ὅσοι ἔχουν μάθει νά ζοῦν συναισθηματικά μέσα στήν Λατρεία, ὅσοι δέν αἰσθάνονται τήν Ἐνορία ὡς οἰκογένεια, καί τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ὅσοι αἰσθάνονται τήν θεία Λειτουργία σάν μιά ἀλλαγή παραστάσεων καί σάν μιά Κυριακάτικη ἀναψυχή καί ξεχ­νοῦν ὅτι στήν θεία Λειτουργία προσφέρουμε ὅλη μας τήν ζωή καί ἔπειτα ὅλη μας ἡ ζωή λειτουργεῖται κανονικά καί φυσικά.

Τήν ἀξία τοῦ κηρύγματος τήν ἔχουν ἀντιληφθῆ οἱ Χριστιανοί πού ἔζησαν τήν μυστική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐκεῖνοι πού δέν τήν θεωροῦν ὡς ἕναν κατεστημένο θεσμό, ἀλλά ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώ­σεως. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναλύει τήν ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐνέργεια τοῦ Λόγου, ἔχει δύναμη, γι᾿ αὐτό, ὅπως γράφει «ζῶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καί διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καί πνεύματος, ἁρμῶν τε καί μυελῶν» (Ἑβρ. δ΄, 12).

Στόν ἄνθρωπο πού ἔχει προετοιμασθῆ κατάλληλα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ βαθειά, εἰσέρχεται μέσα σέ ὅλη του τήν ὕπαρξη καί τόν μεταμορφώνει, τόν τρέφει καί τόν ζωογονεῖ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού προέρχεται ἀπό τόν Ἴδιο τόν Θεό ἤ ἀπό ἀνθρώπους πού εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του, εἶναι ζωοποιός, φέρει τόν ἄνθρωπο σέ βαθειά μετάνοια καί φωτοποιεῖ τήν ὕπαρξή του.

Σέ μιά ὁμιλία του ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παρακαλεῖ τούς ἀκροατές του νά συντείνουν καί νά ἀνατείνουν τό ὄμμα τῆς διανοίας τους πρός τό φῶς τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος γιά νά μεταμορφω­θοῦν, καί ἀφοῦ δεχθοῦν τήν θεία αἴγλη, νά γίνουν σύμμορφοι «ὁμοιώ­ματι τῆς δόξης τοῦ Κυρίου». Κατά τόν ἴδιο ἅγιο Πατέρα, ὅπως κατά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, τό πρόσωπό Του ἔλαμψε σάν τόν ἥλιο καί τά ἱμάτια Του ἔγιναν λευκά σάν τό φῶς (Ματθ. ιζ', 2), ἔτσι καί τό γράμμα τοῦ λόγου, πού εἶναι τό ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ, κάτω ἀπό τό όποῖο ὑπάρχει ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ «λευκόν μέν ὄν καί σαφές, ἅμα δέ καί στίλβον καί λαμπρόν καί οἶον μαργαρῶδες· μᾶλλον δέ θεοπρεπές καί ἔνθεον τοῖς ἐν πνεύματι τά τοῦ Πνεύματος ὁρῶσι».

Ἡ παρομοίωση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ μέ τόν σπόρο ἐκφράζει μιά βαθειά ἔννοια. Ὅπως ὁ σπόρος ἐξωτερικά δέν δείχνει κάτι σπουδαῖο, ἐσωτερικά ὅμως κρύπτει μεγάλες δυνάμεις πού μποροῦν μέ ὁρισμένες προϋποθέσεις νά ἐκδηλωθοῦν, ἔτσι καί ὁ θεῖος λόγος ἐξωτερικά φαίνε­ται πτωχός, ἀδύνατος ἐν σχέσει μέ τούς ἄλλους περίτεχνους ἀν­θρω­πίνους λόγους, ἀλλά ὅμως κρύβει τέτοιες δυνάμεις μέσα του, πού ὅταν τίς δῆ κανείς ἐκπλήσσεται. Κάτω ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἀναγεννᾶ τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅτι ἀπό μερικές φράσεις τοῦ Εὐαγγελίου ἤ ἀπό μερικές φράσεις ἑνός κη­ρύγματος μεταστρέφονται ψυχές καί πιστεύουν στόν Χριστό. Ὅταν, λοι­πόν, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ προσφέρεται καθαρά καί ὅταν ἀκούγεται καθα­ρά, ἀναγεννᾶ τούς ἀνθρώπους.

Τό κήρυγμα δέν εἶναι ἕνας ἀνθρώπινος λόγος πού καταναλίσκεται στήν ἀνάπτυξη ὡραίων ἰδεῶν, στήν προβολή ἐκπληκτικῶν συνθημάτων ἤ διαφημήσεων, στήν παρου­σία­ση φιλοσο­φικῶν ἐννοιῶν καί στοχασμῶν, ἀλλά εἶναι θεῖος λόγος πού ἀποβλέπει στήν σωτηρία τῶν πιστῶν. Ὅταν ὑπάρχουν ὁρισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή εἰλικρίνεια, ἀναζήτηση πραγματική, καλλιεργημένο χωράφι, τότε καρποφορεῖ ὁ σπόρος τοῦ Θεοῦ μέ ἐκπληκτικά ἀποτελέσματα. Ἀντίθετα, σέ αὐτούς πού σκέπτονται μόνον τήν παροῦσα ζωή, μέ τίς φροντίδες, τίς μέριμνες, καί τήν ἀλαζονεία τοῦ πλούτου, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ παραμένει ἄκαρπος. Ἐδῶ βλέπουμε τήν θεολογική ἔννοια τῆς συνεργίας. Δηλαδή, πρέπει νά συνεργήση καί ὁ ἄνθρωπος γιά νά ἀνα­τείλη μέσα του ὁ ἥλιος τῆς σωτηρίας.

Πολλοί συγκινοῦνται ἀπό τό κοινωνικό ἔργο καί παραγνωρίζουν τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Θέλουν τήν Ἐκκλησία νά παύση νά ἐνδια­φέρεται γιά τό κήρυγμα καί γι᾿ αὐτήν τήν λατρεία ἀκόμη καί νά ἀσχο­λῆται μέ τήν κοινωνική προσφορά. Αὐτό, ὅμως, συνιστᾶ πραγ­ματική ἄγνοια. Γιατί ἡ Ἐκκλησία μέ τήν θεία διδαχή ξεπερνᾶ τήν κοινωνική ἐργασία καί ἀναπτύσσει τήν φιλανθρωπία.

Τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, ὅταν συνδέεται μέ τήν θεία Εὐχα­ριστία καί ἐμπνέ­ε­ται ἀπό τήν ἀτμόσφαιρά της, εἶναι ἡ μεγαλύτερη προ­σφορά στόν ἄνθρωπο.

Νά δεχόμαστε στήν καθαρή καρδιά μας τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά καρποφορῆ πλούσια.

+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος


Εκτύπωση   Email